I
The greatest love is for the Unknown, for
that which
blinks at the lizard. The greatest
love is
for roads connecting cities and
striking down
the helicopter’s scream. And yet no one
is going
to cure me of Saturdays. She was what
heavenly remained
from the Devil’s claw. She was
the infant Virgin and
I am no longer strong enough to baptize her name—
hers alone—
in the fluids of a tunic melted by a Citizens’
Cavalry.
Ah, witnesses! When the green-eyed Blonde
passed away, with her long chinos
like faux ones,
didn’t your own face become
a clay forest?
*
I
Η πιο μεγάλη αγάπη είναι για τον άγνωστο, για
κείνον που
μισοκλείνει τα μάτια στην σαύρα. Ο πιο μεγάλος
έρωτας είναι
για τους δρόμους που συνδέουν πόλεις και
κατακεραυνώνουν
το ουρλιαχτό του ελικόπτερου. Κι όμως, κανείς δεν
πρόκειται να
θεραπεύσει εμένα από τα Σάββατα. Ήταν αυτή ό,τι
ουράνιο απέμενε
από του Διαβόλου το γυναικείο νύχι. Ήταν αυτή το
μωρό Παρθένος και
δεν έχω πια τη δύναμη το όνομά της – το δικό της
μόνο – να βαφτίσω
στα υγρά ενός χιτώνα λιωμένου από Ιππικό
Υπηκόων.
Αχ, μάρτυρες! Σάμπως το δικό σας πρόσωπο όταν
χάθηκε η πρασινομάτα
Ξανθούλα με τα μακριά σαν ψεύτικα τσίνορα, δεν
έγινε ένα δάσος από
πηλό;